Υδραυλικά Πιεστήρια

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η παραγωγή του ελαιολάδου στηριζόταν στη μυϊκή δύναμη των ανθρώπων και των ζώων. Βόδια ή μουλάρια γύριζαν το ζυγό και τις μυλόπετρες σπάζοντας τον ελαιόκαρπο. Την περίοδο αυτή τα πιεστήρια ήταν ξύλινης κατασκευής και βασίζονταν, για την πίεση, στη χρήση μιας ξύλινης μεγάλης βίδας, το λεγόμενο αδράχτι (κοχλίας), στην άκρη της οποίας ήταν προσαρμοσμένη η ξύλινη πλάκα πίεσης και η υποδοχή της μανέλας ή μάινας (ένα μακρύ και σκληρό ξύλο) που λειτουργούσε σαν μοχλός για το γύρισμα της βίδας η οποία έτσι κατέβαζε την πλάκα πίεσης. Το αδράχτι βίδωνε σ’ ένα σταθερό οριζόντιο άξονα στο ανώτερο μέρος που πιεστηρίου. Το επάνω μέρος του πιεστηρίου που πίεζε την μάζα λεγόταν πλάντρα.
Η μάινα με τη μία άκρη έμπαινε στην υποδοχή του κοχλία και στην άλλη άκρη ήταν δεμένη με ένα χονδρό μακρύ σχοινί. Το σχοινί με την σειρά του δενόταν, με την άλλη άκρη του, σε ένα περιστρεφόμενο κορμό δέντρου, τον εργάτη. Ο εργάτης ήταν κάθετα τοποθετημένος σε απόσταση από το πιεστήριο για να μπορούν να γυρίζουν γύρω του. Είχε δε δύο οριζόντιες σταυρωτές τρύπες όπου τοποθετούνταν δύο ξύλινοι μοχλοί. Έτσι δύο ή τέσσερις άνδρες ή ζώα περιέστρεφαν τον εργάτη διπλώνοντας το σχοινί και αυτό μέσω της μάινας περιέστρεφε τον κοχλία ο οποίος κατέβαζε την πλάκα πίεσης στύβοντας έτσι τις τσαντίλες.

Ο φυτικός χυμός που έκρεε με το στύψιμο του στάματος έτρεχε στο κάτω μέρος του πιεστηρίου απ’ όπου και συλλεγόταν στο λιμπί, δοχείο αρχικά ξύλινο κι ύστερα σιδερένιο με τουλάχιστον δύο-τρία διαμερίσματα, στο οποίο γινότανε ο διαχωρισμός του λαδιού από τα φυτικά υγρά και το νερό. Η πρώτη πίεση ήταν ελαφρότερη και γινότανε τραβώντας κατευθείαν την μάινα ή μανέλα. Αυτό το πρώτο λάδι, το αθέρμιγο, ήταν απαράμιλλο, άριστης ποιότητας.
Η δεύτερη πίεση, πιο δυνατή, γινόταν με τον εργάτη και για να διευκολυνθεί το βγάλσιμο του χυμού έριχναν στις τσαντίλες βραστό νερό. Το δεύτερο λάδι ήταν έτσι θερμισμένο και η ποιότητά του αρκετά χαμηλή.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν από τα ελαιουργεία τα υδραυλικά πιεστήρια για την πίεση της ελαιοζύμης. Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά υδραυλικό πιεστήριο από το έτος 1865.

Ο θρυμματισμός του καρπού γινότανε με πέτρινους μύλους αποτελούμενους από μια μεγάλη οριζόντια κυκλική γρανιτένια πέτρα πάνω στην οποία κινούνταν κυκλικά δύο ή τρείς όρθιες μυλόπετρες οι οποίες πατούσαν κι έτριβαν τις ελιές που ρίχνονταν πρώτα με τα χέρια και αργότερα μηχανικά.

Έβαζαν την ελαιοζύμη με τα χέρια στις τσαντίλες (σάκους από λινό ή γιδότριχα σε σχήμα φακέλου), τις οποίες στοίβαζαν (20-25 κομμάτια) στο πιεστήριο που τις μετέφεραν με το καροτσάκι και αφού χρησιμοποιούσαν ελαιοσπυρίδες (ελαιόπανα) για να υποβληθεί σε πίεση στη λεκάνη του πιεστηρίου. Για το γέμισμα των τσαντίλων χρησιμοποιούσαν την μαστέλα, δοχείο με το οποίο μετριόταν η ποσότητα τις ελαιοζύμης που έπρεπε να μπει (δοσομετρητής). Η ποσότητα και η διάταξή της στην τσαντίλα απαιτούσε πείρα γι αυτό γινόταν από τον καραβοκύρη, τον υπεύθυνο του τσούρμου, των λιοτριβαρέων.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 τα υδραυλικά πιεστήρια άρχιζαν να εκτοπίζονται από τους φυγοκεντρικούς διαχωριστήρες με οριζόντιο άξονα (τα γνωστά ‘ντεκάντερς’) αφού έχουν πολύ μικρότερες απαιτήσεις σε εργατικά χέρια, καταργούν κάθε επαφή των ανθρώπινων χεριών με την πρώτη ύλη και με το διαχωριζόμενο λάδι και εξασφαλίζουν την τήρηση της καθαριότητας στην παραγωγική διαδικασία. Οι φυγοκεντρικές μηχανές που ανακαλύφτηκαν από το σουηδό de Laval (από τον οποίο πήραν το όνομα τους) και πρωτοχρησιμοποιήθηκαν για την αποβουτύρωση του γάλακτος εκμεταλλεύονται την διαφορά του ειδικού βάρους των βασικών συστατικών του φυτικού χυμού (στερεά, νερό, λάδι).

Στις μέρες μας οι διαχωριστήρες της νέας γενιάς συγκεντρώνουν τη λειτουργία των δύο διαχωριστήρων [2 φάσεων] σε μια φυγοκεντρική μηχανή η οποία διαχωρίζει το λάδι και αποβάλλει ανακατωμένα τον πυρήνα και τους φυσικούς χυμούς. Το ρευστό αυτό προϊόν επεξεργάζεται σε ειδικευμένες βιομηχανικές μονάδες. Η νέα αυτή τεχνολογία έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι δεν παράγονται πια λιοζούμια που μόλυναν βαριά το περιβάλλον γύρω από τα ελαιοτριβεία. Πρόκειται επομένως για μια τεχνολογία υψηλού οικολογικού επιπέδου.